Ο ταχυδρόμος του χωριού

on .

 Ήταν ένα ωραίο ανάγνωσμα στα παλιά εκείνα ξεχασμένα και περιφρονημένα αναγνωστικά της Δ' του Δημοτικού. Καθώς το διάβαζα στους μαθητές μου, χρόνια ολόκληρα, τον δικό μας ταχυδρόμο είχα στο νού μου, γι’ αυτό με περίσσιο θαυμασμό, αγάπη κι ευγνωμοσύνη το δίδασκα. Ο ταχυδρόμος του παλιού αναγνωστικού ήταν απ' τα Λουσικά. Κατά τύχη κι ο δικός μας ταχυδρόμος ήταν Πανωσουδενιώτης κι ως γνωστόν Πανωσουδενιώτες έφτιαξαν τα Λουσικά και τα Σουδενέικα των Πατρών.

Ο ταχυδρόμος μας ήταν ο Λευτέρης Τσαπάρης. Τέτοιον καιρό, στην καρδιά του Αντριός, το μεσοχείμωνο καθώς το κρύο όλο κι αντριεύει έρχεται πάντα στο νου μου εκείνος ο ήρωας ταχυδρόμος.

Ο κυρ-Λευτέρης ήταν για χρόνια πολλά από το '50 μια ζωή ολόκληρη ο ταχυδρόμος του Ζαγοριού.

Τα χωριά της Περιφέρειάς του πολλά, Τσερβάρι, Σουδενά, Βίτσα, Μονοδένδρι, Ντοβρά, Μπούλτς, Σιοποτσέλι ως και τη σκάλα του Βραδέτου ανέβαινε γιατί δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Μια ζωή ποδαρόδρομο.

Το δρομολόγιο καθημερινό. Έβρεχε, χιόνιζε, χαλούσε ο Θεός τον κόσμο, αυτός στο καθήκον.

Πρωί-πρωί έφευγε για τη Ντοβρά όπου ήταν το ταχυδρομείο. Μάταια ο προϊστάμενος του έλεγε να μην φύγει από το χωριό όταν ήταν κακοκαιρία.

- Θα σε φάν’ οι λύκ', θα κορδαλιάσεις (θα ξεπαγιάσεις), μωρέ κακομοίρ' κι έχ'ς φαμπ'λιά τρεις κουπέλις και χώρια τα γερόντια, μην πας με τ' ανεμοσούρ’, τον συμβούλευαν όλοι.

Δεν άκουγε κανέναν. Δεν έλειψε ποτέ... Γαλότσιες ψηλές, χειρόθια και κουκούλα με τρύπες στα μάτια και στο στόμα, η τσάντα κρεμασμένη στον ώμο κι από πάνω ο μουσαμάς, ήταν όλος ο εξοπλισμός του.

Και το κυριότερο, στο λαιμό του κρέμονταν σαν παράξενο κουδούνι η μπρούτζινη τζαμπούνα. Με πόση λαχτάρα καρτερούσαν τον ήχο της όλοι!..

Ήταν το όπλο του, ο φύλακάς του, το στίγμα του!..

Ο Λευτέρης ο ταχυδρόμος ήταν ένας έξυπνος γελαστός, ανοιχτόκαρδος άνθρωπος, γεμάτος καλοσύνη. Λες κι ήταν γεννημένος γι’ αυτή τη δουλειά.

Χαίρονταν σαν μικρό παιδί και γελούσε ολόκληρος όταν είχε καλά νέα, κάποιο γράμμα που ήξερε ότι το καρτερούσαν, ή επιταγή.

Οι γυναίκες τον καρτερούσαν σαν τον ήλιο στις οξώπορτες γιατί μόνο γυναίκες ήταν τότε στα χωριά, αφού οι άντρες ήταν ξενιτεμένοι στη Γερμανία.

Αγράμματες οι περισσότερες Σαρακατσιάνες, καρτερούσαν να φέρει γράμμα ο Λευτέρης αλλά και να το διαβάσει, κρέμονταν απ' τα χείλη του...

Μυστικά δεν υπήρχαν κι αυτός δεν έβγαζε κουβέντα για όσα διάβαζε.

Γεμάτη η τσάντα γράμματα ή μικροδέματα και στα χέρια ακόμα, κατακέφαλα φορτωμένος και χωρίς ποτέ να βαρυγκωμήσει, όλο με το γέλιο. Σαν να ήταν γι' αυτόν τα γράμματα και τα καλούδια. Κι αν αργούσε έβαζαν κακό με το νού τους.

-Μην ξεπάγιασε κι απόμ'κε π'θενά ο κακομοίρ'ς.

Όσο για τις επιταγές δεν ανησυχούσαν. Δεν υπήρχαν τότε Αλβανοί.

Με το στανιό έπαιρνε το φιλοδώρημα, δεν αρνιόταν όμως ποτέ ένα ποτήρι καλό κρασί κι ένα «φελί» πίτα.

Και μόνο όταν έφερνε κακό χαμπέρι, γίνονταν βαριά σαν μολύβι στα ποδάρια του κι έσβηνε το αιώνιο χαμόγελό του.

Μια φορά με χιόνι πολύ, ενάμισι μέτρο, άργησε πολύ να γυρίσει. Το χωριό αναστατώθηκε, η Βασιλ'κούλα η γυναίκα του τρελάθηκε από την αγωνία.

- Σίγουρα θα τον έφαγαν οι λύκοι, έλεγαν. Κάποτε φάνηκε κατάκοπος από το χιόνι αλλά γελαστός.

Άλλη μια φορά καρτερούσε το λεωφορείο στη Δοβρά. Το λεωφορείο έφθασε γεμάτο, δεν χωρούσε πουθενά ο Λευτέρης κι η τσάντα του.

Ανέβηκε τότε στην σκάλα που είχαν τα πράσινα εκείνα λεωφορεία των αγόνων γραμμών για να ανεβάζουν στην οροφή τα πράγματα.

Καθώς το λεωφορείο κίνησε, τα σκυλιά τον είδαν και τον κυνηγούσαν. Κι εκείνος γελαστός έκανε νόημα από το τζάμι στον οδηγό να τρέξει περισσότερο για να μην τον ξεσκίσουν.

Στην «Καταβόθρα» που γέμιζε νερό με τις βροχές και τα χιόνια, σκαρφάλωνε στο βουνό το απόκρημνο για να περάσει. Σώζονται ακόμα τα σίδερα που έμπηγε στα βράχια για να πατάει αλλά και να μην χάνει το δρόμο.

Όταν γυρνούσε στο χωριό απ' το «Ζαβρούχο» ακουμπούσε στον οβορό του σπιτιού μου, κοντοστέκονταν για να ξαποστάσει, έπαιρνε την τζαμπούνα κι αντηχούσε όλο το χωριό.

Ήταν σήμα, πρώτα ότι γύρισε καλά από το κουραστικό κι επικίνδυνο δρομολόγιο και δεύτερο να καρτερούν κι οι Πανωσουδενιώτες τα χαμπέρια.

Φίλος του πεθερού μου αδελφικός, γύριζε πάντα από μέσα.

Στη στιγμή το ζεστό πόντζ για να συνέλθει και μια σφήνα πυρωμένο ψωμί με τυρί κι ύστερα χείμαρρος οι κουβέντες και τ’ αράπικα γιατί είχαν κάνει κι οι δυο στην Αίγυπτο, σε φούρνο βέβαια.

Αφού συνέρχονταν κατηφόριζε πάντα με την τζαμπούνα. Αυτή την τζαμπούνα την έχω στ’ αυτιά μου. Σημάδι ζωής, σύμβολο ευσυνειδησίας. Κρίμα που δεν την φύλαξε η κόρη του η καλή μου φίλη η Ειρήνη.

Δεν είχε εχθρούς ο κυρ-Λευτέρης, μόνο φίλους. Μπαχτσιές η καρδιά του με το γέλιο και τον καλό λόγο πάντα στα χείλη.

Δραστήριος, ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του συλλόγου του χωριού με το Δρόσο (Παπανικολάου), το Στάθη (Λαμπρίδη) κι άλλους χωριανούς. Δικό τους έργο οι πανύψηλες λεύκες που αυτοί πρωτοφύτεψαν κατά μήκος του δρόμου.

Αγαπούσε την οικογένειά του, τη δουλειά του που τη θεωρούσε ιερή, το χωριό του, τους φίλους του και το καλό κρασί.

Χόρευε μερακλίτικα τον «Λούλη», τη «Σβαρνιάρα», «Πουλιά μου διαβατάρικα» με το κρασοπότηρο γεμάτο πάνω στο κεφάλι, αληθινή μυσταγωγία. Το σπίτι του «μοναστήρι», πάντα ανοιχτή η οξώπορτα δεν ήξερε ποτέ να βάλει σιδεριά. Όλοι το είχαν γύρισμα.

Ακούραστη κι ανοιχτοχέρια, πρόθυμη και φιλόξενη η Βασιλ'κούλα η γυναίκα του.

Εκεί μεγάλωναν στον ίδιο ρυθμό οι τρεις θυγατέρες του η Ειρήνη, η Ευανθία και η Αμαλία που γρήγορα πήγε να τον συναντήσει. Εκεί κι οι γέροντες η μάνα του η Σπύραινα κι ο πεθερός του ο μπαρμπα-Λιάμος συμπαθέστατος γέροντας, ιδιαίτερα αγαπητός στις κοπέλες της γειτονιάς και ιδίως στη Σοφία και τη Λευθερία.

Χόρταινες κουβέντα.

Δεν πιστεύω να υπήρξε πιο ευσυνείδητος υπάλληλος απ' τον κυρ-Λευτέρη.

Κάποιος θα 'πρεπε να βραβεύσει την ευσυνειδησία στο πρόσωπό του. Του το οφείλουμε οι Ζαγορίσιοι, αφού για χρόνια με κίνδυνο της ζωής του, ήταν ο ταχυδρόμος μας.

Κι όμως κοντεύει να ξεχαστεί, όπως συμβαίνει μ' όλους τους ανθρώπους της προσφοράς που δίνουν απ' τη ζωή τους και πέρα απ' τα όρια του καθήκοντος.

Για μένα, νέα κοπέλα, καινούργια δασκάλα στο χωριό, με γέρους και παιδιά μικρά, η τζαμπούνα του ήταν χαρά και παρηγοριά. Τον καρτερούσα σαν τον πατέρα μου. Ας είναι η θύμησή του αυτή ένα κεράκι στην μνήμη του.

Στα σημερινά αναγνωστικά δεν υπάρχει χώρος για τέτοιο κείμενο.

Αλλά μήπως υπάρχουν και ταχυδρόμοι με γαλότσιες, κουκούλες, χειρόθια και τζαμπούνα που να σκίζουν τα βουνά για ν' ανταμώνουν τους ανθρώπους;..

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300