Η δράση των Εκκλησιών στο χώρο της οικονομίας…
Ξεκινώντας, σύμφωνα και με το αρχαίο γνωμικό «αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις», χρειάζεται πρωτίστως να παραθέτω τους ορισμούς των εννοιών Οικονομίας και της Εκκλησίας του Χριστού, επειδή στον δημόσιο λόγο υπάρχει σύγχυση, γύρω από τις έννοιες αυτές. Οικονομία είναι η κοινωνική δραστηριότητα παραγωγής και διανομής των αγαθών και υπηρεσιών, που είναι αναγκαία για την βιωσυντήρηση των ανθρώπων μιας κοινωνίας και τα οποία αυτοί παράγουν, στο πλαίσιο σχέσεων νομικά δομημένων. Επομένως η δραστηριότητα αυτή εξαρτάται και διενεργείται σύμφωνα με ανθρώπινες αποφάσεις και όχι σύμφωνα με κάποιους φυσικούς νόμους.
Η Εκκλησία, η ομολογούμενη στο σύμβολο της πίστεως, είναι έργο του Ενσαρκωθέντος Χριστού. Όταν λέμε Εκκλησία πρέπει να εννοούμε όλα τα μέλη της (λαϊκούς και κληρικούς), που είναι βαπτισμένα και ζουν συνειδητά και ελεύθερα μέσα σ’ αυτήν, καθώς επίσης και τα συλλογικά όργανα και τις συλλογικές οντότητές της, όπως είναι, οι σύνοδοι, οι Ενορίες, οι Μονές κ.λ.π.
Είναι Χριστιανικό δόγμα ότι η Εκκλησία υπάρχει και θα υπάρχει στους αιώνες των αιώνων. «Πύλαι άδου ου κατισχύσουσι αυτής» (Ματθ. κεφ.16 :18). Οι 20 αιώνες ζωής της επιβεβαιώνουν ήδη την ορθότητά του. Στην ενορία ο Χριστιανός βιώνει, ως μέλος της ευρύτερης πνευματικής οικογένειάς του της Εκκλησίας και τους Χριστιανούς, ως πνευματικούς του αδελφούς.
H Εκκλησία συνιστά στα μέλη της, συγκεκριμένο τρόπο ζωής, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, που αναφέρεται στις σχέσεις με τον Θεό, τον «πλησίον», και τον εαυτό τους. Ο συγκεκριμένος αυτός τρόπος ζωής, είναι ουσιώδης και καθοριστικής σημασίας, γιατί, εάν μερικώς παραμεληθεί, έχει ως συνέπεια να καταργείται η ιδιότητα του «ζωντανού» μέλους της Εκκλησίας.
Σήμερα στον χώρο της Οικονομίας η Εκκλησία στην χώρα μας λειτουργεί ως Ν.Π.Δ.Δ. Χρήσιμο είναι να δούμε πως λειτούργησαν οι πρώτες Εκκλησίες του Χριστού στον τομέα αυτό της ανθρώπινης δραστηριότητας και να τον αντιπαραβάλλουμε με τον σημερινό.
Πρώτος οδηγός μας σε αυτήν την προσέγγιση το βιβλίο "ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ" . Η πρώτη Εκκλησία στα Ιεροσόλυμα 3.000 πιστών ιδρύθηκε με δημόσιες ομιλίες του Αποστόλου Πέτρου και των άλλων Αποστόλων μαθητών του Χριστού. Ορθοτομώντας τον λόγο του Κυρίου, επέτυχαν οι Απόστολοι, οι πρώτοι αυτοί Χριστιανοί με "πολλή χαρά" να βαπτιστούν και να γίνουν μέλη της Εκκλησίας. Στη συνέχεια, πήρανε τον λόγο του Ευαγγελίου στα χέρια τους και τον κάνανε πράξη της ζωής τους.
Οργάνωσαν την νέα τους ζωή στην Εκκλησία, με νέες κοινωνικές σχέσεις εισάγοντας την κοινοκτημοσύνη ως θεσμό. "Όλοι οι πιστοί ήτανε σαν μία οικογένεια και τάχανε όλα κοινά... και τα μοίραζαν μεταξύ τους ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός". Συνεχίζοντας την "διακονία του λόγου" οι Απόστολοι πέτυχαν να μεγαλώσει η Εκκλησία και να φτάσει τους 5.000 πιστούς. Τότε το "κατεστημένο" διαβλέποντας ότι απειλούνταν οι δικοί τους θεσμοί, από το μήνυμα του Ευαγγελίου και τους νέους θεσμούς που υλοποιούσαν με τις πράξεις τους οι Χριστιανοί, άρχισαν να λαμβάνουν μέτρα καταστολής (συλλήψεις, φυλακίσεις, ανακρίσεις των Αποστόλων) όμως τίποτε δεν πετύχαιναν αντίθετα η Εκκλησία των Ιεροσολύμων μεγάλωνε και δυνάμωνε. Όλο το πλήθος των πιστών είχανε μια ψυχή και μια καρδιά και κανένας δεν έλεγε πως κάτι από τα υπάρχοντά του είναι ατομική του ιδιοκτησία αλλά τα είχανε όλα μαζί κοινά. Με μεγάλη δύναμη οι Απόστολοι κηρύττανε την Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και σε όλους ήταν απλωμένη πλούσια η χάρη του Θεού. Κανένας φτωχός δεν υπήρχε ανάμεσά τους. Και δίνανε στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του".
Με την ευλογία του Θεού το πλήθος των πιστών αυξανόταν και όταν τότε παρουσιάστηκαν κάποια παράπονα από τους Ελληνιστές κατά των Εβραίων, ότι παραμελούνται στην καθημερινή διανομή οι χήρες τους, καλέσανε οι δώδεκα Απόστολοι σε γενική συνέλευση τους πιστούς και τους είπανε: "Δεν είναι σωστό εμείς ν΄ αφήσουμε τον λόγο του Θεού και να υπηρετούμε σε τραπέζια. Γι’ αυτό αδελφοί βρείτε από ανάμεσά σας εφτά άτομα, με καλό όνομα, με πνεύμα Άγιο και σοφία, στους οποίους εμείς θ΄ αναθέσουμε το έργο αυτό. Η πρόταση έγινε με χαρά δεκτή από το πλήθος κι εξέλεξαν τον Στέφανο. κλπ...." Έτσι έγινε η πρώτη διάκριση των διακονημάτων στη "διακονία του λόγου" και στην "διακονία των τραπεζών".
Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε τα εξής ως προς την λειτουργία της πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας στον χώρο της Οικονομίας. Η δραστηριότητά της εξελίσσεται στο τμήμα της διανομής των αγαθών και υπηρεσιών με αυτονομημένος δικούς τους νέους θεσμούς και δεν εκτείνεται στον τομέα της παραγωγής των. Αυτό σημαίνει ότι, στον τομέα της παραγωγής των αγαθών, κάθε μέλος λειτουργούσε ατομικά, στα πλαίσια των θεσμών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Δηλαδή είχε επικεντρώσει την δραστηριότητά της η Εκκλησία, ως συλλογική κοινωνική οντότητα, μόνο στο τμήμα της διανομής του συνόλου των προσφερομένων από τα μέλη της αγαθών, που αυτά τα ίδια είχαν παράξει. Στόχος της ήταν , να επιτύχει δια της διανομής των, σύμφωνα με τις ανάγκες των μελών της, την υλοποίηση της εντολής του Κυρίου, "αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν".
Οι πιστοί συναντιούνταν σε ιδιωτικά σπίτια (“οἶκοι ἐκκλησίας”), όπου γινόταν και η προσωπική προσφορά των (π.χ. τροφή, ρουχισμός, χρήματα). Επιτύγχανε έτσι λειτουργώντας, δια της διανομής των αγαθών η Εκκλησία, την "αδελφοποίηση" των πιστών μελών της.
Όταν άρχισαν οι διωγμοί εναντίον της πρώτης Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ, τότε υλοποιήθηκε ενδοεκκλησιαστική αλληλεγγύη με συνεισφορές "λογίες" μεγάλης κλίμακας, που διοργάνωσε ο Απόστολος Παύλος από τις Ελλαδικές κυρίως Εκκλησίες. Συνιστούσε σε κάθε πιστό, κάθε πρώτη ημέρα της Εβδομάδος, ο καθένας τους να βάζει κάτι στην άκρη, ανάλογα με το εισόδημά του που θα αποστέλλονταν στους διωκόμενους Χριστιανούς (Προς Κορινθίους Α΄ επιστολή κεφ. 16, 1-4).
Οι πόροι των τοπικών Εκκλησιών λοιπόν προέρχονταν από εκούσιες εισφορές των πιστών των και μεταξύ των Εκκλησιών υπήρχε αλληλοβοήθεια για να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες των πτωχών μελών των.
Συμπέρασμα: Η συλλογική δραστηριότητα των πρωτοϊδρυομένων Εκκλησιών στο χώρο της Οικονομίας περιορίζονταν μόνο στον τομέα της "διανομής των αγαθών και υπηρεσιών" και όχι και στον τομέα της παραγωγής των. Αυτό ήταν εξ άλλου νομικά αναπόφευκτο αφού οι πρώτες Χριστιανικές κοινότητες δεν είχαν νομική υπόσταση και επομένως ούτε περιουσία. Το γεγονός αυτό πιστοποιείται και από τις Πράξεις των Αποστόλων (Κεφ. ΙΑ 28-30), και από τον ΛΗ΄ Αποστολικό Κανόνα (“Πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ὁ ἐπίσκοπος ἐχέτω τὴν φροντίδα, καὶ διοικείτω αὐτά, ὡς τοῦ Θεοῦ ἐφορῶντος· μὴ ἐξεῖναι δὲ αὐτῷ σφετερίζεσθαί τι ἐξ αὐτῶν, ἢ συγγενέσιν ἰδίοις τὰ τοῦ Θεοῦ χαρίζεσθαι· εἰ δὲ πένητες εἶεν, ἐπιχορηγείτω ὡς πένησιν, ἀλλὰ μὴ προφάσει τούτων τὰ τῆς ἐκκλησίας ἀπεμπολείτω.”). Ο κανόνας αυτός αντανακλά ως προς το περιεχόμενό του την αρχαιότατη εκκλησιαστική παράδοση πού φθάνει μέχρι την εποχή των αγίων Αποστόλων.
Οι Χριστιανοι τον 2ο μ.Χ. αιώνα, “…πείθονται τοις κειμένοις νόμοις και τοις ιδίοις βίοις νικώσι τους νόμους” (Προς Διόγνητον 5, 10), όπως μας βεβαιώνει ο φιλοσοφος και μάρτυς Ιουστίνος, τις Εκκλησίες τους, που θεωρούνταν παράνομες σύμφωνα με το Ρωμαϊκό δίκαιο της εποχής, τις ανέπτυξαν σε οργανωμένες κοινότητες με επί κεφαλής επίσκοπο, κλήρο και ταμείο. Οι Εκκλησίες δέχονταν δωρεές από μέλη τους και διαχειρίζονταν χρήματα και υπηρεσίες για φιλανθρωπικούς σκοπούς, και για συντήρηση του κλήρου και ταφές. Οι κινητές αυτές περιουσίες των Εκκλησιών ήταν ανεπίσημες, ανήκαν νομικά σε διαχειριστές ή σε “πρεσβύτερους”, οι οποίοι τα διαχειριζόταν στο όνομα της χριστιανικής κοινότητας. Σε κάποιες ορισμένες περιπτώσεις οι τοπικές αρχές της Αυτοκρατορίας ανέχονταν στην πράξη τη λειτουργία των Εκκλησιών.
Έτσι, από τα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα άρχισαν να γίνονται από πιστούς και προσφορές ακινήτων. Υπάρχουν σαφή αρχαιολογικά και γραπτά τεκμήρια για οικία-εκκλησία της Δούρα Ευρωπού στη Συρία (περ. 240 μ.Χ.), που μετατράπηκε σε ναό και για παρόμοιες “εκκλησιαστικές οικίες” στη Ρώμη, την Καρχηδόνα, και την Αντιόχεια.
Αυτό βεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, όταν ο Διοκλητιανός ξεκίνησε τον Μεγάλο Διωγμό (303 μ.Χ.) κατασχέθηκαν οι εκκλησιαστικές ιδιοκτησίες (ναοί, κοιμητήρια και οικήματα που αναγνωρίζονταν ως ακίνητα “της Εκκλησίας”). Σχετική αναφορά περιέχεται και στις επιστολές (Epistula 34 &65) του Επισκόπου Καρχηδόνος Κυπριανού που μαρτύρισε το 258 μ.Χ. όπου αναφέρεται ρητά για εκκλησιαστικό ταμείο για διαχείριση χρημάτων, ακινήτων και για οικόπεδα και κοιμητήρια που ανήκαν στην Εκκλησία της Καρχηδόνας. Επομένως η Εκκλησία της Καρχηδόνας (και άλλες Εκκλησίες μεγάλων πόλεων) κατείχαν ακίνητα με σταθερό τρόπο, πιθανώς μέσω φυσικών προσώπων-προστατών (fiduciarii).
Την ίδια εποχή, αντίθετα με τις διατάξεις του Ρωμαϊκού δικαίου περί ατομικής κυριότητας και ιδιοκτησίας επί των πραγμάτων, οι Χριστιανοί, όπως γράφει ο Κλήμης Αλεξανδρεύς που πέθανε μεταξύ του 211 και 216 μ.Χ., δέχοντο ότι όποιος είχε “κτήματα και χρυσόν και άργυρον και οικίας” τα είχε ως δωρεά του Θεού, αλλά τα κατείχε “δια τους αδελφούς μάλλον ή εαυτόν…”
Όμως από τα μέσα του 3ου και κυρίως τον 4ο μ.Χ. αιώνα την εμπειρία μετοχής στις σχέσεις αγάπης στο «σώμα» ζωντανής Εκκλησίας διολισθένοντας, την έχει υποκαταστήσει ο ατομοκεντρικός στόχος της ατομικής σωτηρίας με την ατομική προσφορά έργου φιλανθρωπίας.
Παράλληλα αρχίζει μια έκπτωση των ηθών των χριστιανών και μια παράλληλη εισαγόμενη επιείκεια Επισκόπων έναντι των υποπιπτόντων στα βαρέα αμαρτήματα πιστών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση σιμωνίας του έκπτωτου Επισκόπου Αντιοχείας Παύλου Σαμοσατέας που δίδασκε και αιρετική διδασκαλία .
Το γεγονός αυτό της έναρξης έκπτωσης των ηθών επιβεβαιώνεται από τον Τερτυλλιανό, που ήταν Χριστιανός πρεσβύτερος και πολυγραφότατος συγγραφέας και από τον Πατέρα της Εκκλησίας Κυπριανό ο οποίος στο “Περί της ενότητος της Καθολικής Εκκλησίας” σημειώνει: “Παρ΄ ημίν αληθώς η ομόνοια ελαττούται κατά τοσούτον καθ΄όσον η αφθονία αγάπης φθίνει”. Συγκρίνοντας το ήθος των πιστών της εποχής του με εκείνο των πρώτων Χριστιανών με αγωνία σημειώνει: “Τότε επώλουν τας οικίας και τα κτήματα αυτών και καταθέτοντες δι΄εαυτούς θησαυρούς εν Ουρανοίς προσέφεραν στους Αποστόλους το τίμημα αυτών προς χρήσιν των πτωχών. Τώρα όμως ουδέ το δέκατον της πατρικής ημών κληρονομίας δίδομεν. Και ενώ ο Κύριος παραγγέλει εις ημάς ίνα πωλώμεν, ημείς μάλλον αγοράζομεν και αυξάνομεν τον πλούτον ημών”.
Η απόκτηση ακίνητης περιουσίας από τις Χριστιανικές Εκκλησίες αναγνωρίστηκε νομικά μόνο μετά το 313 μ.Χ. που εκδόθηκε το Διάταγμα Μεδιολάνων και επεστράφησαν οι κατασχεθείσες περιουσίες στις Χριστιανικές Επισκοπές και αναγνωρίστηκε νομικά δικαίωμα ιδιοκτησίας επ΄ ονόματί των με την επίσημη αναγνώρισή των επί Μεγάλου Κωνσταντίνου ως νομικών προσώπων.
* Ο Νικήτας Αποστόλου είναι πρ. Τμηματάρχης
του Υπουργείου Γεωργίας


