Ο Ι. Καποδίστριας και η ταινία του Σμαραγδή…

on .

Παρακολούθησα στο διαδίκτυο μια συνέντευξη του δημοφιλή και βραβευμένου Έλληνα σκηνοθέτη Ιωάννη Σμαραγδή, σχετική με την πρόσφατη κινηματογραφική ταινία του, αφιερωμένη στο μεγάλο Έλληνα διπλωμάτη, διαφωτιστή και πολιτικό Ιωάννη Καποδίστρια. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του δημοσιογράφου, διεκτραγωδούσε τα εμπόδια που συνάντησε και την αδιαφορία που έδειξε το επίσημο κράτος στην προσπάθειά του να παρουσιάσει με την ταινία του και να αναδείξει το έργο και την προσφορά του μεγάλου αυτού πατριώτη και πρώτου Κυβερνήτη του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Αυτή η συμπεριφορά, με βάση τη μακρόχρονη εμπειρία μου, δεν μου έκανε καμιά εντύπωση, για τους παρακάτω λόγους:

Στα πλαίσια της τριαντάχρονης προσπάθειας που κατέβαλλε η ερευνητική ομάδα του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωσιμαίας Σχολής, προκειμένου να γνωρίσει και να αναδείξει το έργο και την προσφορά προς το Έθνος και την ανθρωπότητα του Απόδημου Ηπειρωτικού Ελληνισμού, συμπεριέλαβε από τους πρώτους μάλιστα και τον Ιωάννη Καποδίστρια, για δυο βασικούς λόγους:

Πρώτα, γιατί ο Καποδίστριας, γόνος γνωστής οικογένειας στην Κέρκυρα όπου γεννήθηκε, έλαβε εξαίρετη αγωγή μέσα στο οικογενειακό του περιβάλλον, με την καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας, της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης και της εθνικής συνείδησης· αυτήν την αγωγή την όφειλε κυρίως στη μητέρα του Μαρία, η οποία «είλκε το γένος εκ της οικογενείας Γονέμη, της μεγάλης ηπειρωτικής οικογενείας, η ευγενής καταγωγή της οποίας αποδεικνύεται εκ της κυριότητος του Βουθρωτού και των ιχθυοτροφείων του». Συνεπώς, τον θεωρούσαμε –και ήταν, ως προς την καταγωγή εκ μητρός και κυρίως ως προς την αγωγή– Ηπειρώτης.

Έπειτα, γιατί υπήρξε, κατά κοινή ομολογία, η κορυφαία μορφή του Απόδημου Ελληνισμού κατά την προεπαναστατική περίοδο και από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Δεν είναι δε τυχαίο το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, μιλώντας ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας στα Γιάννινα για το συγγραφέα του βιβλίου «Ελληνική Νομαρχία», τόνισε: «Αν δεν είναι ο ίδιος γηγενής Ηπειρώτης, είναι διαποτισμένος από το κλίμα των Ιωαννίνων στον 18ο αιώνα».

Συνεπώς, αυτός ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, από τα νάματα του οποίου ήταν διαποτισμένος ο Καποδίστριας και του οποίου πηγή υπήρξαν τα Γιάννινα, ένωσε άρρηκτα τον Καποδίστρια με τον Απόδημο Ηπειρωτικό Ελληνισμό. Αυτή δε η κοινή πορεία τον ανέδειξε ως μια από τις 40 πιο εκλεκτές προσωπικότητες που αποφοίτησαν από το φημισμένο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας — κέντρο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού — τον ανέδειξε επίσης ως τον πιο φωτισμένο διπλωμάτη της Ευρώπης, χώρες της οποίας, όπως η Ελβετία, τον ευγνωμονούν και τον θεωρούν ως «σωτήρα» και «ευεργέτη», στήνοντας, προς τιμήν του, ανδριάντες και προτομές.

Το 1827, η Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων στην Τροιζήνα, με ομόφωνο ψήφισμά της, εξέλεξε τον Ι. Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδος για εφτά χρόνια, με το αιτιολογικό ότι: «Διαθέτει πολλήν πείραν και πολλά φώτα, υψηλήν επιστήμην του κυβερνάν την Πολιτείαν» και είναι «ο κατά πράξιν και θεωρίαν Πολιτικός Έλλην, δια να κυβερνήση κατά τον σκοπόν της πολιτικής κοινωνίας».

Τότε, σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής του και της δράσης του, στους Απόδημους Ηπειρώτες κατέφυγε και ζήτησε τη βοήθειά τους. Πήρε μαζί του, ως άμεσους συνεργάτες στην προσπάθειά του να σώσει την ερειπωμένη από τη σκλαβιά Ελλάδα και να της δώσει τον απαιτούμενο ευρωπαϊκό προσανατολισμό, τους φωτισμένους εμπόρους και τραπεζίτες: τον Ιωάννη Δομπόλη, υπουργό Οικονομικών στην Κυβέρνησή του και αργότερα δημιουργό του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, και τον Γεώργιο Σταύρου, υπεύθυνο της «Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης», που ίδρυσε στην Αίγινα και αργότερα Ιδρυτή της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Με αυτούς ζήτησε τη βοήθεια των Απόδημων Ελλήνων για τη σωτηρία της Πατρίδας.

Ταυτόχρονα, απηύθυνε δραματική έκκληση προς τους Ηπειρώτες εμπόρους της Μόσχας, διαχειριστές των Ηπειρωτικών Κληροδοτημάτων, ανάμεσα στους οποίους και ο Ζώης Ζωσιμάς, να διαθέσουν, επί δανεισμώ, τους αδιάθετους τόκους που προορίζονταν για τα Ηπειρωτικά Ιδρύματα. Αυτά δεν λειτούργησαν από το 1820–1828, λόγω των γεγονότων με τον Αλή πασά. Τους επισήμανε δε στην επιστολή του πως «το Έθνος, άμα αναλαβόν, αποδώσει εις το πολλαπλάσιον, και ούτως οι των Ιωαννίνων πολίται ευεργέται έσονται, όχι μόνον της Γενεθλίου αυτών πόλεως, αλλά και συμπάσης της Ελλάδος». Όπως δε διαπιστώσαμε από το αρχειακό υλικό που φέραμε σε φως, με την έρευνα που πραγματοποιήσαμε στα κρατικά αρχεία της Μόσχας, οι Ηπειρώτες διαχειριστές άμεσα ανταποκρίθηκαν στο αίτημά του και ο Ρώσος αυτοκράτορας πρόθυμα το ενέκρινε, εκτιμώντας τον ανθρωπιστικό του χαρακτήρα.

Και εδώ στην Ελλάδα, πώς τον αντιμετωπίσαμε; Με τους γνωστούς δολοφόνους, πίσω από τους οποίους κρύβονται σκοτεινές ευρωπαϊκές δυνάμεις, στο πρόσωπο του Καποδίστρια πυροβολήσαμε την ευρωπαϊκή προοπτική της ερειπωμένης Ελλάδας, την οποία καταδικάσαμε να μείνει, μέχρι σήμερα, στην άθλια μοίρα των κοτζαμπάσηδων, των κομματαρχών και των ανομολόγητων συμφερόντων. Η μαχαιριά στο στήθος του Καποδίστρια ήταν μαχαιριά στο στήθος της Ελλάδας.

Ο Καποδίστριας είχε πολλά χαρίσματα και ιδιαίτερα το «τιμιότερον» όλων, το «Ελληνικός», τα οποία χρεωστούσε και αυτός στη μητέρα του, που ήταν Ελληνίδα, το οποίο του αποδίδει ο Καβάφης. Αυτό το «τιμιότερο» όλων, το «Ελληνικός» του Καβάφη αναγνωρίζει και ο Σμαραγδής, με τη συνέντευξή του, στον Καποδίστρια. Αυτός, πιστεύω, είναι ο λόγος για τον οποίο αυτοί που δεν έχουν σχέση με αυτού του είδους τον Ελληνισμό —και δυστυχώς ρυθμίζουν τις τύχες αυτού του δύσμοιρου Έθνους— αντιτάχθηκαν στην προσπάθειά του, με την ταινία του, να προβάλει την Ελληνική μορφή του Καποδίστρια, που αποτελεί το καύχημα του Ελληνισμού. Με μια λέξη, ο Καποδίστριας ήταν Έλληνας.

Και με αυτά τα θλιβερά κατάλοιπα, περιμένουμε σήμερα να βγούμε από το τραγικό αδιέξοδο, αναθέτοντας μια τέτοια προσπάθεια σε αυτούς που το δημιούργησαν και συνεχίζουν να προβάλλουν «χωρίς λύπη και χωρίς αιδώ», όπως θα έλεγε ο Καβάφης, ως «σωτήρες του Έθνους» —αυτοί δηλαδή που μας έφεραν σε αυτό το αδιέξοδο και, κατά τον Ελύτη, «από άποψη πνευματικής καλλιέργειας και Ελληνικής παιδείας βρίσκονται σε βαθύ σκοτάδι»!

Σε αυτό το σκοτάδι βύθισαν και βυθίζουν ολόκληρο το Έθνος, το οποίο καταδίκασαν να ανήκει στους άποικους της παραπαίουσας Ευρώπης, ενώ θα έπρεπε να είναι ο στυλοβάτης του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, που έχει τις ρίζες του στον αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό. Για τον πολιτισμό αυτό, όταν δημοσιεύτηκε το πρώτο Διαφωτιστικό βιβλίο του Μοντεσκιέ, με τον τίτλο «Το Πνεύμα των Νόμων», με το οποίο άρχισε ο 18ος αιώνας, γνωστός ως «ο αιώνας των φώτων» στην Ευρώπη, διατυπώθηκε επίσημα η άποψη πως «ο Πολιτικός Διαφωτισμός του Αριστοτέλη μεταφέρθηκε στην Ευρώπη τον 18ο αιώνα». Με αυτόν τον πολιτισμό οι σημερινοί πολιτικοί, με ελάχιστες εξαιρέσεις έχουν άγρια μεσάνυχτα.

Έτσι, για να επανέλθω εκεί απ’ όπου ξεκίνησα, δεν με εξέπληξε καθόλου το γεγονός ότι ο Ι. Σμαραγδής συνάντησε εμπόδια και βρέθηκε μπροστά στην αδιαφορία που επέδειξε, με το «κοτζαμπασίστικο» πνεύμα που το διακατέχει, το επίσημο κράτος, σχετικά με την ταινία του για τον Ι. Καποδίστρια. Την ίδια αδιαφορία συναντήσαμε κι εμείς, ως Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωσιμαίας Σχολής, όταν, μαζί με το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ζητήσαμε — και ζητάμε ακόμα — από το αδιάφορο Υπουργείο Πολιτισμού να επανεκδώσει τον εξαντλημένο, από τα πρώτα χρόνια της έκδοσής του, Αναμνηστικό Τόμο του Συνδέσμου, προς τιμήν του μεγάλου Ηπειρώτη Ευεργέτη Ιωάννη Δομπόλη, πρώτου Γενικού Ταμία και Υπουργού Οικονομικών στην Κυβέρνηση Ι. Καποδίστρια και ιδρυτή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών· επίσης, όταν ζητήσαμε, με αφορμή τον εορτασμό των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, να στηθεί στο προαύλιο της Βουλής ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια, δίπλα από αυτόν του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Επικαλεστήκαμε μάλιστα τη διακηρυγμένη άποψη του Κωνσταντίνου Τσάτσου —ενός από τους τελευταίους μορφωμένους Έλληνες πολιτικούς— σύμφωνα με την οποία: «Αν ο Ελευθέριος Βενιζέλος δημιούργησε τη “Μεγάλη Ελλάδα”, ο Ιωάννης Καποδίστριας έφτιαξε την Ελλάδα»· μόνο που δεν τον άφησαν να ολοκληρώσει το έργο του.

Σπύρος Εργολάβος

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300