Ο πόλεμος του ’40 με τα μάτια ενός 11χρονου…

on .

Εμείς οι  Έλληνες με τα τόσα ελαττώματα, υπερβολές και ιδιαιτερότητες, που είναι το ίδιον της φυλής μας, έχουμε αποδείξει, στη μακρόχρονη ιστορία μας, ότι όταν διακυβεύεται η ελευθερία της πολύπαθης Πατρίδας μας, είμαστε αντάξιοι απόγονοι αυτών που όταν χρειάστηκε, έδωσαν και τη ζωή τους  για την υπεράσπισή της. Δεν είναι τυχαία η φράση του Ο. Τσώρτσιλ: «Οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες». Όπου χρειάσθηκε να προστατεύσει τα Εθνικά ιδεώδη ο Έλληνας, πολέμησε με αυταπάρνηση, υπερέβαλε εαυτόν και έγραψε λαμπρά ιστορία και σελίδες δόξας.

Αυτές τις στιγμές ξεχνά τις εσωστρέφειες, τις διχόνοιες που ταλανίζουν μια ζωή τον Έλληνα, δίνει και θυσιάζει τη ζωή του προκειμένου να «φυλάξει Θερμοπύλες». Ζωντανεύει μέσα του ο ηρωισμός τόσων προγόνων μας από τον Μέγα Αλέξανδρο και τον Λεωνίδα μέχρι τον Κολοκοτρώνη, τον Παύλο Μελά, τον Μαβίλη και τόσους άλλους. Αλλά  πιστεύω και σήμερα οι νέοι μας (κι ας βιώνουμε άσχημες καταστάσεις) έχουν στο DNA τους τη φλόγα, που όταν βρεθούν στην πρώτη γραμμή, θα θυσιαστούν «υπέρ βωμών και εστιών». Ναι αυτοί είμαστε οι Έλληνες, που, αν και φιλονικούμε μεταξύ μας, όταν έρθει  εκείνη η ώρα τα ξεχνάμε όλα και ριχνόμαστε στη μάχη.

Τα τρία αυτά γράμματα που σχηματίζουν τη λέξη ΟΧΙ έμελλε να γίνουν ιαχή και επωδός στα χείλη του Ελληνισμού, το 1940 με την εισβολή των Ιταλών φασιστών στην πατρίδα μας. Βλέποντας ντοκιμαντέρ της εποχής εκείνης, αντικρίζουμε τους πατεράδες μας, τ’ αδέλφια μας, τις μητέρες μας με πόσο ενθουσιασμό έτρεχαν στο κάλεσμα της πατρίδας. «Έλληνες αμύνεσθε περί Πάτρις». Το ΟΧΙ, αυτά τα τρία γράμματα, έγιναν ποίημα, πεζογραφήματα, τραγούδι στα χείλη των φαντάρων, όπως και την αλήστου μνήμης προτροπή του Κ. Παλαμά «Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του ‘21».

Στο Μέτσοβο, όπως είναι αμφιθεατρικά χτισμένο, οι κάτοικοι από την ώρα που ξυπνάνε, αγναντεύουν απέναντι την οροσειρά της Πίνδου, την Κατάρα και τον Ζυγό, που παλιά ήταν Τούρκικο Τελωνείο, καθ’ ότι από εκεί γινότανε η επικοινωνία με τη Θεσσαλία, για εμπορικές συναλλαγές, αλλά κι από εκεί κατέβαιναν στα χειμαδιά οι κτηνοτρόφοι.

Ο μπάρμπα Αλέτσιος (Αλέξης), 97 χρονών σήμερα, 11 χρονών τότε, θυμάται πώς βίωσε τον πόλεμο. Τον αφήνω να τα αφηγηθεί όπως τα κατέγραψα:

«…Στον μικρό αυχένα απέναντι στην Κατάρα ήταν Ελληνικός λόχος, Τάγμα με τα κανόνια, το πυροβολικό. Βροχή κατακλυσμός. 

Με πήγαινε η μάνα, γιατί ήμουν ορφανός από πατέρα, στον οδοντίατρο στο Δημαρχείο, Κοινότητα το λέγαμε τότε, όπως κι ο Τέγος, ο Πέρτσαλης είχε φαρμακείο εκεί μέσα.

 Όπως πηγαίναμε είδαμε αεροπλάνα να ρίχνουν από το Καρακόλι μέχρι κάτω. Το μέρος ήταν κατηφορικό και δεν μπορούσαν να ρίξουν καλά, έριχναν συνέχεια βόμβες.

Οι εκκλησιές όλες (Άγιοι Απόστολοι, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Δημήτριος, Αγία Παρασκευή) ήταν γεμάτες πυρομαχικά, αλλά δεν τις πετύχαιναν.

Τι να κάνει ο κόσμος; Ποιός κόσμος; όλοι οι κάτω από τα 50 τους είχαν πάρει φαντάρους και μόνο οι γυναίκες ήταν και οι γεροντότεροι. Τρέχαμε όλοι να κρυφτούμε στο δάσος προς τις Πολιτσιές, εμείς τα παιδιά σκούζαμε, αλλά ποιος μας έδινε σημασία; Έπρεπε να κρυφτούμε. Οι οικογένειες είχαν τότε από 3-4 και 5 παιδιά. 

Οι δικοί μας οι φαντάροι κάνανε αεράμυνα στο Κάστρο στο καμπαναριό-εκεί κρύβονταν οι ηλικιωμένοι. Εμείς πηγαίναμε να κρυφτούμε εκεί στου Κολάκη Αβέρωφ, γιατί είχε μια μεγάλη Μούτα. Μούτα ήταν για ώρα ανάγκης όπως οι μπίμτσες, σαν καταφύγιο. Είχαμε κι εμείς στο σπίτι μούτα, αλλά στου Κολάκη ήταν μεγάλη.

Το περισσότερο χιόνι το θυμάμαι τότε το ’40-41. Οι άντρες λείπανε και οι γυναίκες φοράγανε σαλβάρες να κόψουν το χιόνι να πάνε στη βρύση για νερό και ν’ ανέβουν στις στέγες, που είχε 1,5 μέτρο χιόνι, να το ρίξουν να μην πέσουν οι σκεπές που ήταν με μαυρόπλακα δεν είχαμε κεραμίδια.

Άρχισε η πείνα και μας παίρνει η μάνα, εμένα και την αδελφή μου, να πάμε στη Φαρκαδόνα τη λένε τώρα, τότε τη λέγαμε Τσιότι και πήραμε το δρόμο και στον αυχένα βρήκαμε ένα, σαν αυτοκίνητο, δεν θυμάμαι καλά και μας πήγε μέχρι την Καλαμπάκα. 

Από εκεί με τα ποδάρια περπατήσαμε μέχρι το Τσιότι. Βρήκαμε τους δικούς μας με τα πρόβατα. Τα αεροπλάνα πηγαινοέρχονταν. Κάτσαμε μέχρι το Μάη κι όταν φτάσαμε στην Κατάρα τί να δούμε; καταγής ριγμένες κουβέρτες, κατσαρολικά, που άφησαν οι φαντάροι που γύριζαν από την Αλβανία. Πού να τις κουβαλήσουν φορτωμένοι μέχρι να φτάσουν με τα ποδάρια στα σπίτια τους, από όπου ήταν.

Μετά τον Προφήτη Ηλία αυτοκίνητα στρατιωτικά ένα σωρό, τα παράταγαν οι σωφεράδες, γιατί δεν είχαν βενζίνη να προχωρήσουν κι εμείς τα παιδιά παίζαμε με τα πολυβόλα, ρίχναμε αν θέλαμε. Οι φαντάροι μένανε στα σχολεία και μείς τα παιδιά τα πρωινά που έφτιαχναν τσάι στο καζάνι πηγαίναμε και μας έδιναν γαλέτες σταφίδες κονιάκ.

-Παντού γιατρέ μου, αυτοί από τα χωριά μας κράτησαν τον πόλεμο. Αντιστάθηκαν, γιατί ήταν σκληραγωγημένοι, ενώ από τις πόλεις ήταν αμάθητοι, δεν τους έκοβε το μυαλό, αφού ήταν βρεγμένες οι κάλτσες να τις βγάλουν να τις στύψουν και να τις ξαναβάλουν και μένανε βρεγμένοι και πάγωναν και πάθαιναν κρυοπαγήματα. 

Γι’ αυτό  είπα  μια φορά στον κ. Τασούλα, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, να πάω στη Βουλή να πω πέντε πράματα να μη βάζουν μέσον, να πηγαίνουν τα παιδιά εκεί που τους στέλνει η πατρίδα να σκληραγωγηθούν κι όχι κοντά στα σπίτια τους…».

Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, ο Μόδεστος πήρε τους γέροντες κι ανέβηκαν στην Αγία Τριάδα και τους καλοδέχτηκε. Μπροστά πήγαιναν οι μοτοσυκλέτες και πίσω τα αυτοκίνητα.

Οι Ιταλοί ήταν καλοί άνθρωποι, έτρωγαν και μας άφηναν να τρώμε και εμείς τα παιδιά, φοβόταν πολύ τους Παρτιζάνους(αντάρτες). 

Τρώγαμε πάστα σιούτα, ριζότο, μιλανέζε. Δεν άφηναν γυναίκα για γυναίκα. Σινιόρα μπέλα τις φωνάζανε. Είχαν σαπούνι κι έπλεναν τα δόντια. Που ξέραμε εμείς από τέτοια, πρώτη φορά βλέπαμε.

Άγιος Δημήτριος, Αγία Παρασκευή) ήταν γεμάτες πυρομαχικά, αλλά δεν τις πετύχαιναν.

Τι να κάνει ο κόσμος; Ποιός κόσμος; όλοι οι κάτω από τα 50 τους είχαν πάρει φαντάρους και μόνο οι γυναίκες ήταν και οι γεροντότεροι. Τρέχαμε όλοι να κρυφτούμε στο δάσος προς τις Πολιτσιές, εμείς τα παιδιά σκούζαμε, αλλά ποιος μας έδινε σημασία; Έπρεπε να κρυφτούμε. Οι οικογένειες είχαν τότε από 3-4 και 5 παιδιά. 

Οι δικοί μας οι φαντάροι κάνανε αεράμυνα στο Κάστρο στο καμπαναριό-εκεί κρύβονταν οι ηλικιωμένοι. Εμείς πηγαίναμε να κρυφτούμε εκεί στου Κολάκη Αβέρωφ, γιατί είχε μια μεγάλη Μούτα. Μούτα ήταν για ώρα ανάγκης όπως οι μπίμτσες, σαν καταφύγιο. Είχαμε κι εμείς στο σπίτι μούτα, αλλά στου Κολάκη ήταν μεγάλη.

Το περισσότερο χιόνι το θυμάμαι τότε το ’40-41. Οι άντρες λείπανε και οι γυναίκες φοράγανε σαλβάρες να κόψουν το χιόνι να πάνε στη βρύση για νερό και ν’ ανέβουν στις στέγες, που είχε 1,5 μέτρο χιόνι, να το ρίξουν να μην πέσουν οι σκεπές που ήταν με μαυρόπλακα δεν είχαμε κεραμίδια.

Άρχισε η πείνα και μας παίρνει η μάνα, εμένα και την αδελφή μου, να πάμε στη Φαρκαδόνα τη λένε τώρα, τότε τη λέγαμε Τσιότι και πήραμε το δρόμο και στον αυχένα βρήκαμε ένα, σαν αυτοκίνητο, δεν θυμάμαι καλά και μας πήγε μέχρι την Καλαμπάκα. Από εκεί με τα ποδάρια περπατήσαμε μέχρι το Τσιότι. Βρήκαμε τους δικούς μας με τα πρόβατα. Τα αεροπλάνα πηγαινοέρχονταν. Κάτσαμε μέχρι το Μάη κι όταν φτάσαμε στην Κατάρα τί να δούμε; καταγής ριγμένες κουβέρτες, κατσαρολικά, που άφησαν οι φαντάροι που γύριζαν από την Αλβανία. Πού να τις κουβαλήσουν φορτωμένοι μέχρι να φτάσουν με τα ποδάρια στα σπίτια τους, από όπου ήταν.

Μετά τον Προφήτη Ηλία αυτοκίνητα στρατιωτικά ένα σωρό, τα παράταγαν οι σωφεράδες, γιατί δεν είχαν βενζίνη να προχωρήσουν κι εμείς τα παιδιά παίζαμε με τα πολυβόλα, ρίχναμε αν θέλαμε. Οι φαντάροι μένανε στα σχολεία και μείς τα παιδιά τα πρωινά που έφτιαχναν τσάι στο καζάνι πηγαίναμε και μας έδιναν γαλέτες σταφίδες κονιάκ.

-Παντού γιατρέ μου, αυτοί από τα χωριά μας κράτησαν τον πόλεμο. Αντιστάθηκαν, γιατί ήταν σκληραγωγημένοι, ενώ από τις πόλεις ήταν αμάθητοι, δεν τους έκοβε το μυαλό, αφού ήταν βρεγμένες οι κάλτσες να τις βγάλουν να τις στύψουν και να τις ξαναβάλουν και μένανε βρεγμένοι και πάγωναν και πάθαιναν κρυοπαγήματα. 

Γι’ αυτό  είπα  μια φορά στον κ. Τασούλα, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, να πάω στη Βουλή να πω πέντε πράματα να μη βάζουν μέσον, να πηγαίνουν τα παιδιά εκεί που τους στέλνει η πατρίδα να σκληραγωγηθούν κι όχι κοντά στα σπίτια τους.

Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, ο Μόδεστος πήρε τους γέροντες κι ανέβηκαν στην Αγία Τριάδα και τους καλοδέχτηκε. Μπροστά πήγαιναν οι μοτοσυκλέτες και πίσω τα αυτοκίνητα. Οι Ιταλοί ήταν καλοί άνθρωποι, έτρωγαν και μας άφηναν να τρώμε και εμείς τα παιδιά, φοβόταν πολύ τους Παρτιζάνους (αντάρτες). Τρώγαμε πάστα σιούτα, ριζότο, μιλανέζε. Δεν άφηναν γυναίκα για γυναίκα. Σινιόρα μπέλα τις φωνάζανε. Είχαν σαπούνι κι έπλεναν τα δόντια. Που ξέραμε εμείς από τέτοια, πρώτη φορά βλέπαμε...».

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300