Ένα παιδί του '40 θυμάται ένα ταξίδι μέσα στον πόλεμο…

on .

 Κάθε επέτειο του Έπους του '40, η σκέψη μου γυρίζει στα γεγονότα εκείνης της εποχής, σε μια επιστροφή, σε ένα ταξίδι, στα όσα στο σκληρό δίσκο της μνήμης είναι αποθηκευμένα και ανεξίτηλα. Το ταξίδι αυτό δεν έχει αρχή και τέλος, αλλά στάσεις πολλές, αναδρομές, επιστροφές και επαναλήψεις, μιας κινηματογραφικής ταινίας, κάθε φορά που μια λέξη, μια εικόνα, ένα άγγισμα, ένα άκουσμα, γυρίζει μια σελίδα με εικόνες, μιας ιστορίας που έμεινε αναλλοίωτη μια ζωή.

Ένα τέτοιο ερέθισμα ήταν η δοκιμαστική λειτουργία των σειρήνων που ακούστηκαν τις τελευταίες μέρες. Αυτόματα η σκέψη και ο διαλογισμός ανάσυραν τον ήχο της σειρήνας στην Πρέβεζα που ζούσαμε, και ακούγαμε συχνά, από την πρώτη μέρα του πόλεμου και τους βομβαρδισμούς που ακολουθούσαν με όλες τις καταστροφικές συνέπειες.

Ήταν 27 Δεκεμβρίου 1940 μεσημέρι. Γιορταστική μέρα. Είπαμε, σήμερα δεν θα βομβαρδίσουν τα Ιταλικά αεροπλάνα, όπως έκαναν σχεδόν κάθε μέρα. Οι μεγάλοι ξάπλωσαν να ξεκουραστούν από την καθημερινή αγωνία του πόλεμου. Εγώ έπαιζα στην αυλή. Ξαφνικά ακούω τη σειρήνα να σημαίνει συναγερμό. Το φώναξα δυνατά να ετοιμαστούν όλοι να πάμε στο καταφύγιο. Ένα όρυγμα, σχήματος Π σκεπασμένο με καδρόνια οικοδομής και σανίδες στον κήπο της Λευκής, στη γειτονιά μας. Περίεργο, αν και μεσημέρι γέμισε το καταφύγιο, αφού κατέβηκε και η γιαγιά της Λευκής. Μόνο ο παππούς μου αργούσε. Ήρθε και ο πατέρας από το καφενείο τελευταίος, στα σκαλοπάτια του καταφυγίου μισός μέσα μισός έξω. Το καταφύγιο ήταν ρηχό, το δάπεδο είχε νερά από τη στάθμη της θάλασσας. Καθόμασταν σε ξύλινα κιβώτια και πατούσαμε σε τούβλα.

Δεν άργησαν να ακουστούν τα αεροπλάνα που άρχισαν να βομβαρδίζουν και όλοι προσπαθούσαν να ξεχωρίσουν τον ήχο που έκαναν οι βόμβες πέφτοντας, κι όπως έλεγαν οι γνώστες; αν σφύριζε θα έπεφτε μακριά μας, αν γουργούριζε θα έπεφτε κοντά μας. Χωρίς γνωμάτευση μια στιγμή, ταρακουνήθηκε όλο το καταφύγιο, μερικοί στο βάθος, όπως εγώ δεχτήκαμε χώματα από τα τοιχώματα του καταφύγιου στην πλάτη μας, ενώ ερείπια από ένα διπλανό πλυσταριό έφθασαν στην είσοδο του καταφυγίου. Η βόμβα είχε πέσει ανάμεσα στο σπίτι της Λευκής και του Καρούσου, κατέρρευσαν οι εξωτερικοί τοίχοι και όλα τα έπιπλα κρέμονταν στον αέρα, ενώ ο εξοπλισμός της αεράμυνας που με μεγάλη πειθαρχία και επιμέλεια για την αεράμυνα είχε οργανώσει ο απόστρατος Καρούσος (φτυάρια, σκαπάνια, αμμοδόχος και πολλά δοχεία με νερό) είχαν διασκορπιστεί κάτω από το μπόντζο. Και όλα αυτά χωρίς κάποιον τραυματισμό ή ανθρώπινο θύμα. Βγήκαμε όλοι σιγά σιγά, αν και ο συναγερμός συνεχιζόταν, και οι βόμβες έπεφταν μακρύτερα σαρώνονταν όλη την πόλη. Εμείς τρέξαμε αμέσως στο σπίτι, που ήταν 30 μέτρα από το καταφύγιο, για να δούμε για τον παππού, που τον βρήκαμε να βγαίνει από το σπίτι μέσα σε ένα σύννεφο από σκόνες και ερείπια, που είχε δημιουργήσει μια άλλη βόμβα η οποία είχε πέσει στην μέση του δρόμου μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μας και είχε ανατινάξει το απέναντι σπίτι.

Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους βομβαρδισμούς της Πρέβεζας με πολλές ζημιές και αρκετά θύματα ή τραυματισμούς. Οι πρώτες σκέψεις που κυριάρχησαν ήταν η φυγή από την Πρέβεζα.

Μια ιδιαίτερη σελίδα από το ταξίδι του πόλεμου άρχισε να γράφεται όταν είδαμε το λάκκο από τη βόμβα έξω από την πόρτα και τα ερείπια από το απέναντι σπίτι. Και ήταν ο παππούς εκείνος που είπε όταν συνήλθαμε από το βομβαρδισμό: «να φύγουμε για την Πωγωνιανή, οι Ιταλοί έφυγαν από κει». 

Ο παππούς, με την εισβολή των Ιταλών βρέθηκε στην Πωγωνιανή, είχε ζήσει την πρώτη κατοχή μέχρι Δεκεμβρίου 1940 που τους έδιωξε ο Στρατός πέρα από τα σύνορα. Η απόφαση ελήφθη. Ο πατέρας άρχισε να ψάχνει για αυτοκίνητο. Όλα ήταν επιταγμένα για τις μεταφορές του στρατού. Στο καφενείο μας, το μόνο που δούλευε στην παραλία, σύχναζαν και πολλοί αξιωματικοί. Κάποιος, που έγινε κοινωνός του προβλήματος, βρήκε τη λύση να ταξιδέψουμε με το αυτοκίνητο του Στρατιωτικού Ταχυδρομείου που έκανε συνεχείς μεταφορές ταχυδρομείου.

Όσο να προσδιοριστεί η μέρα, ζούσαμε με τις καταστροφές και τα ερείπια στη γειτονιά μας και τον φόβο ενός νέου βομβαρδισμού.

Έτσι κάθε πρωί, φεύγαμε από την πόλη, η μάνα με το νήπιο, τον αδελφό Σπύρο στην αγκαλιά, εγώ και η αδελφή μου Ελένη, με κάτι πρόχειρο για φαγητό και πηγαίναμε με τα πόδια, σχεδόν μια ώρα δρόμος, στο κάστρο του Παντοκράτορα για να βρούμε καταφύγιο στις υπόγειες στοές του, μέσα σε μια ατμόσφαιρα υγρασίας από τα σάπια φύκια που σώρευε το θαλάσσιο κύμα. Το ίδιο δρομολόγιο ακολουθούσαν και άλλες οικογένειες. Ο βροχερός καιρός, το κρύο, και η διαδρομή ήταν μια δοκιμασία για μερικές μέρες μέχρι που κανονίστηκε το ταξίδι για τα Γιάννενα με το Στρατιωτικό Ταχυδρομείο.

Και κάθε μέρα, εκεί στο Κάστρο του Παντοκράτορα ζούσαμε με την αγωνία, να ακούμε την σειρήνα της πόλης και κρυμμένοι στα μπουντρούμια του Κάστρου τις εκρήξεις από τις βόμβες κάνοντας τον σταυρό μας για τους μεγάλους που ήταν εκεί. Μπήκε ο καινούργιος χρόνος χωρίς να το καταλάβουμε, με μόνη την ανάμνηση ότι την πρωτοχρονιά που ξυπνήσαμε βρήκαμε στο προσκέφαλο, μια σοκολάτα με ένα φιλί της μάνας.

Η ετοιμασία για το ταξίδι ήταν γρήγορη και βιαστική. Το αυτοκίνητο του Ταχυδρομείου ήταν ένα μικρό ημιφορτηγό. Με μια θέση παρασωφέρ, για τον παππού και πίσω μια σανίδα όπου βολεύτηκαν οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά και εγώ, μια θέση στην καρότσα που ήταν φορτωμένη με ταχυδρομικά δέματα για στρατιώτες και σάκους με αλληλογραφία. Ήμουν αρκετά άνετα, έβλεπα έξω από ένα μεγάλο τζάμι και η περιέργειά μου ικανοποιήθηκε διαβάζοντας στα δέματα για στρατιώτες που στέλνονταν από δικούς τους: Στρατιώτην A. Β.... ΣΤΓ 902, - Λοχίαν Κ.Τ...Επιλαρχΐα....ΣΤΓ 907.

Ήταν μια ενδιαφέρουσα απασχόληση, η οποία αμέσως συνδέθηκε με την οικογένεια, τον πόλεμο, την ατμόσφαιρα του καιρού και γρήγορα το ταξίδι έγινε ενδιαφέρον. Στο μέτωπο του πόλεμου που βρισκόταν σε ένταση με την νικηφόρα εξέλιξη, είχε στρατευτεί και ο θείος μου, αδελφός της μάνας Λευτέρης, λοχίας, για τον οποίον έπλεκε μάλλινα, φανέλες, κάλτσες, πουλόβερ και τα στέλναμε με δέματα. Και θυμάμαι που η μάνα μου έλεγε στον πατέρα μου συνεχώς: «έχεις τόσους γνωστούς τσελιγκάδες ζήτησέ τους μαλλί να πλέξω για τον Λευτέρη μου». Αυτοί οι διαλογισμοί κυριαρχούσαν εκεί στην καρότσα του φορτηγού, διαβάζοντας τα δέματα, μήπως βρω και το δέμα μας για τον θείο που είχαμε στείλει πριν από λίγες μέρες. Ένοιωθα συμμέτοχος στον πόλεμο, «ταχυδρόμος» της μεγάλες εκστρατείας που γινόταν για τους στρατιώτες μας από τις γυναίκες σε όλη την Ελλάδα. Και η σκέψη μου πήγε στις αφίσες που κυκλοφορούσαν με τη γυναίκα να πλέκει «ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ». Σύμπλοκα συναισθήματα συμμετοχής, η μάνα μου, ο Λευτέρης, τα ταχυδρομικά δέματα, κι εγώ αναγνώστης της ιστορίας σε αυτό το ταξίδι, για να φύγουμε από τις σειρήνες και τον εφιάλτη του βομβαρδισμού και τα ερείπια μπροστά στην πόρτα μας. Καθώς το αυτοκίνητο έτρεχε, κάποια στιγμή σταματάει και κάποιος της αεράμυνας και να λέει στον οδηγό «προσέξετε πέρασαν ιταλικά αεροπλάνα». Αυτό ξανάγινε στη διαδρομή για να μας θυμίσει ότι στο ταξίδι μας, μας συνόδευε η αγωνία του πόλεμου. Μετά από αρκετές ώρες φθάσαμε στα Γιάννενα και ξεπεζέψαμε στο Κριθαροπάζαρο, στο Χάνι ΚωτσοΛάμπρου που το διαχειριζόταν ο συμπατριώτης μας Νίκος Θανόπουλος. Βράδιασε, βολευτήκαμε όλοι σε ένα δωμάτιο, τυλιχτήκαμε στις κουβέρτες γιατί το κρύο μας περόνιαζε και ο ύπνος είχε λαρώσει τους μικρότερους. Και τότε μέσα στην παγωμένη νύκτα ακούστηκε ο εφιάλτης της σειρήνας. Ο Θανόπουλος κτυπούσε τις πόρτες των δωματίων φωνάζοντας να πάμε όλοι σε καταφύγιο σε υπόγειο στην οδό Κάνιγγος. Και εδώ σειρήνα; Είπαμε με αγωνία φόβου και η σκέψη μας ξαναγύρισε στον βομβαρδισμό της Πρέβεζας, μέσα στα κλάματα των παιδιών και την αγωνία των μεγάλων να βρούμε το καταφύγιο, που ήταν μια υπόγεια αποθήκη ξυλείας που είχε διαρρυθμιστεί σε ξύλινα δωμάτια. Ο συναγερμός έληξε γρήγορα και επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο. Ο παππούς έψαχνε για μεταφορικό μέσο να πάμε στην Πωγωνιανή. Βρήκε κάποιο μεγάλο ταξί, αλλά του είπαν ότι απαγορεύονταν η κίνηση την ημέρα και μόνο την νύχτα και αυτό με προβολείς του αυτοκινήτου βαμμένους και με μία στενή λωρίδα να φωτίζει λίγα μέτρα μπροστά από το αυτοκίνητο.

Με αυτές τις συνθήκες ξεκινήσαμε την επόμενη νύχτα το ταξίδι για την Πωγωνιανή, στο αυτοκίνητο μισοκοιμισμένοι και στενάχωρα βολεμένοι. Εγώ επέλεξα θέση δίπλα σε παράθυρο για να βλέπω έζω να αναγνωρίσω τοπία του πόλεμου όπως παρουσιαζόταν σε λαϊκές ζωγραφιές που ήταν γεμάτο το καφενείο μας στην Πρέβεζα, με βουνά και χαράδρες, στρατιώτες με ξιφολόγχες, αεροπλάνα σε αερομαχίες, και μερικές με την εικόνα της Παναγιάς, να ευλογεί τους στρατιώτες μας.

Δυστυχώς η ορατότητα ήταν μικρή τη νύχτα, αλλά ο οδηγός ήταν φλύαρος και σε όλη τη διαδρομή μας ενημέρωνε που βρισκόμαστε, «τώρα περνάμε από τη Βρύση του Πασά, όπου ήταν το Στρατηγείο. τώρα περνούνε τις Νεγράδες, πλησιάζουμε στο Καλπάκι...... Εγώ έψαχνα να δω φρούρια, κάστρα χαρακώματα, κατεστραμμένα τανκς, όταν μας σταμάτησε ένας χωροφύλακας στο Καλπάκι, για να ελέγξει την άδεια κίνησης του αυτοκίνητου. Περάσαμε καλά και από εκεί και μετά, μέσα στην αστροφεγγιά έβλεπα κατεστραμμένα αυτοκίνητα και τανκς, στίβες από κιβώτια, με πυρομαχικά και εφόδια, ώσπου ο ύπνος σκέπασε την εικόνα, για να ακούσω λυτρωτικά το «φτάσαμε» και να γνωρίσω το περιβάλλον του χωριού και τον δρόμο για το σπίτι. Βιαστικά κατέβηκα και μέσα στην αστροφεγγιά έτρεξα προς το σπίτι για να χτυπήσω την πόρτα να δω τη γιαγιά που είχε μείνει μόνη της. Πλησίασα την πόρτα και χτυπούσα δυνατά με μια πέτρα. Η γιαγιά δεν άκουγε και καλά. Μέσα στη νύχτα αντιλήφθηκα να πλησιάζει στην πόρτα κάποιο αχνό φως και να ανοίγει και να εμφανίζεται ένας αξιωματικός με ένα σπαρματσέτο στο χέρι αναμμένο. Κι εκείνος ξαφνιασμένος είπε ένα «είστε από την Πρέβεζα;» και μας έφεξε να μπούμε στο σπίτι. Ήρθαν όλοι, τακτοποιήθηκαν, αλλά εγώ έμεινα με την εμφάνιση του αξιωματικού με το σπαρματσέτο στο χέρι που ανέβηκε επάνω. Πλησίασα με προσοχή και τον είδα στο σαλόνι να κάθεται και στο φως του σπαρματσέτου να γράφει κάτι.

Είχα εντυπωσιαστεί από την πρώτη στιγμή που τον είδα να μας ανοίγει την πόρτα. Ένας αξιωματικός στο σπίτι μας! Ένα γεγονός ανέλπιστο. Ασφαλώς είχε πολεμήσει τους Ιταλούς και τους έδιωξε. Στη σκέψη μου πέρασε ότι κάτι γράφει από τον πόλεμο. Ένας αξιωματικός που πολέμησε, ήταν στο σπίτι μας και γράφει Ιστορία! Ήταν ένα καταληκτικό πλεονέκτημα ενός ταξιδιού που τελείωνε με μια λύτρωση από την ανάμνηση του βομβαρδισμού της Πρέβεζας. Για να ξεκινήσει και τότε ένα άλλο ταξίδι ζωής για ένα παιδί που ακόμη θυμάται τον πόλεμο του 40, και δεν ξέχασε εκείνη τη νυκτερινή εικόνα, με τον αξιωματικό με το σπαρματσέτο στο σπίτι μας να γράφει τη δική του ιστορία. Και εγώ να κλείνω μια αφήγηση ενός ταξιδιού μέσα στον πόλεμο που ποτέ δεν φεύγει από τους λογισμούς μου.

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300