Αν δεν ξυπνάς χαράματα πώς θες ν’ ακούς τ’ αηδόνια…

on .

Ξυπνά καθημερινά και βλέπει και ακούει τα πρωινάδικα και… ’’μορφώνεται’’, βλέπει την όμορφη μπογιατισμένη κυρία στο λαιμό της να κρεμάει μια περιουσία και βάζει στόχο να την αποκτήσει, μη γνωρίζοντας ότι χάνει στιγμές από την καθημερινότητα που δεν μπορεί να ανακτήσει, γιατί τα χρόνια φεύγουν….

Αφορμή πήρα από το εξής:  ‘’Δεν προλαβαίνω το πρωινό  γιατί κλείνει στις 10.00’’, το παράπονο επισκέπτριας στο Μέτσοβο, με τις τόσες απείρου κάλλους ομορφιές.  Αντί να ξυπνήσει πρωί, να περπατήσει και να απολαύσει τις ομορφιές γύρω της, ν’ ακούσει και τ’ αηδόνια και να επιστρέψει, δεν προλάβαινε το πρωινό. 

Θα μπορούσε βέβαια να σταματήσει  μετά το περπάτημα σε μία βρύση με κρύο νερό, ακούγοντας το κελάηδημα των πουλιών, αγναντεύοντας το τοπίο που απλώνεται μπροστά της και να φάει ψωμί, τυρί, ντομάτα και σταφύλι, που είναι ανώτερο από τα πρωινά που σερβίρουν με τα  λιπαρά και μετά παίρνουν χάπια για χοληστερίνη και για αδυνάτισμα…

Γιατί, εδώ ψηλά έρχονται κάτι αυγούλες με χίλιες βαφές, μ’ ένα γαλαζοπορτοκαλί  χρώμα ν’ αχνοφέγγει στον ουρανό και σε λίγο πορτοκαλοκόκκινο, κατόπι δυνατό πορφυρό κι ύστερα χίλια χρώματα που πλημμυρίζουν όλες τις ομορφιές της ζωής απλωμένες στη φύση, θυμίζοντας τα κεντήματα των γυναικών που υφαίνουν στους αργαλειούς. 

Χαρά σ’ όποιον μπορεί να το νιώσει και να τις χαίρεται χωρίς προβληματισμούς, όχι μόνο με τα μάτια αλλά και με την καρδιά. Ακόμα  π.χ  κι όταν βρέχει κι ακούς το μονόλογο της βροχής και τότε, αν είσαι τυχερός κι είναι το  σκέπαστρο τσίγκινο, απολαμβάνεις το άκουσμα της βροχής που σε νανουρίζει.

 Τα δειλινά σταλάζει το ρόδινο μέσα στ’ αχνοκίτρινο και σβήνει στο γαλάζιο, που γίνεται μαβί ως το κόκκινο βαθύ, εκεί που σμίγει η άκρη τ’ ουρανού με την αρχή της θάλασσας.

Την ώρα που η φύση σκύβει πάνω απ’ το φως που φθίνει ωσάν ρόδου περνά μυρωδιά, σαν φιλί που πετά και διαβαίνει σαν ελπίδα απ’ ανθρώπου καρδιά.            Κι  έρχεται μετά  μια γαλήνια νύχτα με το φέγγος απ’ ένα ολόγιομο φεγγάρι, τις πιότερες νύχτες, που πριν ο ήλιος έδυε βάφοντας τον ουρανό με πλήθος άλικες αποχρώσεις.

Κι όσο προχωρά η ώρα και πέφτει το σούρουπο και πριν πέσουν τα πρώτα πέπλα της νύχτας, εδώ κι εκεί, μπορεί ο ουρανός να σκεπαστεί από σκούρα και  γκρίζα σύννεφα. Και σε λίγο μπορεί να έρθει κι ένα ψιλοβρόχι ντελικάτο, σαν μεταξωτή μαντήλα να τυλίξει αυτή την πανδαισία, 

Στραφαλίζουν στα κλώνια  ασημένιες ανταύγες  π’ αφήνουν  οι δροσοσταλίδες  σ’ αυτή τη νυχτερινή δροσιά όπως σταλάζουν από τα άνθη και τα φύλλα των δέντρων και λαμπυρίζουν από το τεράστιο σινί τ’ ουρανού που ξεκίνησε από τον Αυγερινό και να πάει να βρει  την Πούλια. Ένα σιγαλό αεράκι κάνει τα φύλλα των δέντρων να θροΐζουν και να σιγαρμενίζουν αντάμα με γλυκόηχο  μικρό-παφλασμό στα ρυάκια που τρέχουν αδιάκοπα τα νερά.

Είναι εκείνη η ώρα που η νύχτα αφήνεται στο πρωτοφέγγος  που έρχεται πίσω απ’ τα βουνά  και δύσκολα  μπορείς να ξεχωρίσεις εκτός απ’ τις γραμμές των μυτερών κορφών τους.

Ρομαντικές εικόνες  που τις αποδιώξαμε από τη ζωή μας. Ο καθημερινός κάματος, τo άγχος, η βιοπάλη, οι τόσες έγνοιες θέλουν πότε-πότε αμπάρωμα για ν’ αφήσουμε τη ματιά μας να χαιδέψει ό,τι δίνεται από τον περίγυρο της  φύσης.

Ρομαντισμοί… ξεπερασμένοι, όμως για τη πεζή εποχή που ζούμε. Σαν όμως περπατήσεις στην πρωινή δροσιά του Μάη ανασαίνοντας τη μυρωδιά του πρωινού, την ώρα που τα πόδια θα κουνήσεις για ν’ αποδιώξεις  τις στάλες π’ άφησαν τα χόρτα στα παπούτσια, θα νιώσει τότε όποιος και να ‘ναι μιαν αγαλλίαση. Αυτή που χαρίζει η πλάση. Κι είναι ευχαρίστηση αληθινή. Κι όσο είναι αληθινή είναι και ρομαντική.

Τούτες τις ώρες στην απαλή μελωδία της σιωπής, μένεις όσο περισσότερο μπορείς  με τα μάτια  και το στόμα κλειστά. Άσε τα μαλλιά να τα χαϊδέψει τ’ αγέρι απαλά, κι ύστερα μίλησε. Και τι άλλο μπορείς να πεις αυτή την ώρα εκτός από   το  ‘’αγαπώ’’. Πες σ’ αγαπώ. Τούτη η λέξη δεν χαλάει τη μεγαλοσύνη της σιγαλιάς.

Όταν ήμασταν παιδιά η καρδιά  χτύπαγε γοργά και δυνατά κι ήταν όλα τόσο αλλιώτικα κι ήταν όλα χαρωπά. Αλλά και τώρα που μεγαλώσαμε γιομίζουν τα μάτια μας  ομορφιά, τα ρουθούνια μας  αρώματα  και φουσκώνει από αγαλλίαση η καρδιά.                    

Ρομαντική διάθεση γεννιέται από το κοίταγμα της φύσης που είναι το μεγαλύτερο συμφέρον, αφού χαρίζει ξεκούραση στην κουρασμένη μας ύπαρξη. Ξεκουραστείτε, ξεκουράζοντας το μυαλό και το βλέμμα.

Γιάννης Τσόδουλος

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300