…ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

on .

- Κύριε… αυτή είναι για σένα!
Γύρισα απορημένος το κεφάλι μου προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή και το βλέμμα μου σκάλωσε σε ένα κοριτσάκι, όμορφο σαν αγγελούδι, που στεκόταν όρθιο πίσω από τον αυτοσχέδιο πάγκο του καστανά!
- Σε μένα μίλησες; της ένευσα.
- Αυτή είναι για σένα! επανέλαβε με μελωδική φωνή και μου έδειξε στη γωνιά του πάγκου μια σακουλίτσα χάρτινη, λευκή, γεμάτη κάστανα.
-  Είναι πληρωμένα, με πρόλαβε σαν είδε πως αναζήτησα το πορτοφόλι μου, και υποδέχθηκε τον επόμενο πελάτη με ένα πλατύ χαμόγελο.
Δεν έδωσα συνέχεια στο περιστατικό, υποθέτοντας πως τα είχε πληρώσει κάποιος συνάδελφος από το γραφείο. Άλλωστε, όλοι γνώριζαν στο μεσιτικό για την αδυναμία μου στα κάστανα, αφού δυο από αυτά, ήταν μονίμως ακουμπισμένα πάνω στο γραφείο μου, δίπλα στις φωτογραφίες των γονιών μου.  Μέχρι εκεί όμως! Κανείς δε γνώριζε ολόκληρη την ιστορία. Μόνο στην Ελενίτσα κάποτε την είχα διηγηθεί, πριν από χρόνια, όταν σκαρώναμε για τη ζωή μας όνειρα, κοινά. Αλλά κι αυτή, δεν ξέρω τώρα πια πού βρίσκεται. Είχε φύγει νωρίς για την Αλεξανδρούπολη, ακολουθώντας τον πατέρα της που ήταν στρατιωτικός. Αργότερα, πληροφορήθηκα πως πέρασε στην ιατρική …χαθήκαμε. Από τότε προσπάθησα πολλές φορές να βρω τα ίχνη της και τη διαδρομή της, να μάθω νέα της, αλλά δεν τα κατάφερα. Θα είναι πάντα όμως για μένα, η μεγάλη μου αγάπη, η πρώτη, η απροσπέραστη.
Η μητέρα μου, σαν ήμασταν ακόμα παιδιά με την αδερφή μου, μας έδειχνε πολύ μεγάλη αδυναμία. Σε κάθε βήμα μας ήταν παρούσα για να μας προστατεύσει, για να μας δείξει την σωστή κατεύθυνση, να μας καθοδηγήσει. Κι εμείς την αγαπούσαμε πολύ. Μας είχε βλέπεις αποκούμπι, καθώς, τον πατέρα δεν τον βλέπαμε συχνά στο σπίτι, γιατί ήταν αντιπρόσωπος εμπορικός και έλλειπε συνήθως σε ταξίδι.    
Όλα άρχισαν εκείνη τη μαύρη μέρα της παραμονής των Χριστουγέννων, κοντά στο μεσημέρι. Θυμάμαι πως παίζαμε με την αδερφή μου μπροστά από το σπίτι μας, όταν ξαφνικά, φάνηκε στη διασταύρωση του δρόμου το φορτηγάκι του πατέρα. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή, ήταν να αναγγείλω τα ευχάριστα νέα στη μάνα μας. Όμως, σαν έφτασα λαχανιασμένος στο σαλόνι, τη βρήκα άρρωστη βαριά, να κάθεται κατάχαμα κοντά στο στολισμένο δένδρο. Ποτέ πριν δεν την είχα δει έτσι την μητέρα, ανήμπορη, αποκαμωμένη. Μου ζήτησε να πάω κοντά της και μου έβαλε μια χούφτα κάστανα στην τσέπη. « …είναι για σένα αγόρι μου», ψιθύρισε με δυσκολία. «Ήταν να σου τα δώσω το πρωί πριν φύγεις για τα κάλαντα, να μη πεινάσεις».
Μετά από λίγο ήρθε ο γιατρός, την πήραν στο νοσοκομείο. Δεν γύρισε ποτέ ξανά στο σπίτι η μητέρα. Εμάς, μας φρόντισε στο σπιτικό της η γιαγιά μας και μας μεγάλωσε με αγάπη και μας σπούδασε. Η αδερφή μου μετά τις σπουδές έμεινε στην πρωτεύουσα, παντρεύτηκε και έχει κιόλας δυο γιους και μία κόρη, την Αννούλα, που πήρε το όνομα της μακαρίτισσας της μάνας μας. Εγώ γύρισα πίσω και έπιασα δουλειά στο μεσιτικό.   
Έβαλα τη σακουλίτσα με τα κάστανα στη τσέπη μου και κατευθύνθηκα προς το γραφείο. Κανείς ωστόσο από το προσωπικό δεν γνώριζε κάτι σχετικό για τα κάστανα που μου προσέφερε το κοριτσάκι. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και τις επόμενες μέρες, αλλά παρά τις επίμονες ερωτήσεις μου δεν μπόρεσα να λύσω το μυστήριο. Κάποια στιγμή το κοριτσάκι χάθηκε και δεν το ξαναείδα. Κι ο πάγκος έμεινε εκεί, στη θέση του, ορφανεμένος!
Πέρασε ο καιρός και το επεισόδιο ξεχάστηκε καθώς ζύγωναν οι γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, που για τους περισσότερους ανθρώπους έρχονται στο σπιτικό και στην καρδιά τους, σαν μια ανάπαυλα φωτός και χαράς, μέσα στην μουντάδα του χειμώνα. Δύο μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, με κάλεσε ο διευθυντής της εταιρείας στο γραφείο του, για να με ενημερώσει σχετικά με μια προσφορά που αφορούσε σε ένα μεγάλο ακίνητο που το διαπραγματευόταν κάποιος όμιλος, προκειμένου να το μετατρέψει σε ιατρικό κέντρο ή κάτι παρόμοιο. «Ξέρω πως εσύ, ποτέ δεν γιορτάζεις την ημέρα των Χριστουγέννων», μου είπε κυνικά ο διευθυντής και μου ανέθεσε χρονιάρες μέρες την υπόθεση.
Έτσι λοιπόν, την επομένη, κουστουμαρισμένος και γραβατωμένος, βρέθηκα στην αίθουσα αναμονής του Grand Hotel να περιμένω τον ενδιαφερόμενο εκπρόσωπο. Αυτός αργούσε να κατέβει κι έτσι κάθισα σε ένα τραπεζάκι κοντά στην είσοδο του ξενοδοχείου, δίπλα σε ένα τεράστιο, όμορφα στολισμένο δένδρο. Παρήγγειλα καφέ και χάζευα την κίνηση στον δρόμο. «Παραμονή των Χριστουγέννων», σκέφτηκα, καθώς παρατηρούσα τα παιδαρέλια με τα τρίγωνα να στριμώχνονται στις εισόδους των καταστημάτων για να πούνε το κάλαντα.  
Δεν ξέρω τι με έπιασε εκείνη την ώρα. Ήμουν ανάμεσα σε τόσο κόσμο κι όμως αισθάνθηκα τελείως μόνος. Σιγά – σιγά, ένα νοσταλγικό συναίσθημα πλημύρισε την καρδιά μου. Εικόνες από πανέμορφες Χριστουγεννιάτικες στιγμές των παιδικών μου χρόνων σχηματίστηκαν ξαφνικά μπροστά στα μάτια μου, ξεπηδώντας μέσα από τα καταπράσινα κλαδιά και τα λαμπερά στολίδια του δένδρου. Αναμνήσεις παιδικές και παραπεταμένα όνειρα. Νοστάλγησα το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι με όλη την οικογένεια τριγύρω και το στολισμένο δέντρο με τα μικρά δωράκια στις ρίζες του, να σε περιμένουν υπομονετικά να τα ανοίξεις για να σου προσφέρουν μια μικρή στιγμή ευτυχίας και μια τεράστια επιβεβαίωση αγάπης.   
Αισθάνθηκα ξανά μετά από πολλά χρόνια εκείνη τη Θεία ζεστασιά που ακτινοβολεί το Χριστουγεννιάτικο σπιτικό με τα στολίδια και τις μυρωδιές του και αναρωτήθηκα, αν ήταν σήμερα εδώ η μητέρα μου, πόσο θα ήθελε να με έβλεπε ευτυχισμένο!
Και τότε, ξαφνικά, αντίκρισα το κοριτσάκι με την αγγελική μορφή, που μου προσέφερε τα κάστανα! Στεκόταν αντίκρυ μου, ακριβώς έξω από την μεγάλη τζαμαρία του ξενοδοχείου, έδειχνε προς τη μεριά μου με το χεράκι της και προσπαθούσε κάτι να μου πει! Μου φάνηκε πως διάβασα στα χείλη της: «…είναι για σένα». Ύστερα χάθηκε. Σηκώθηκα γεμάτος περιέργεια από τη θέση μου και ετοιμάστηκα να βγω να την αναζητήσω μέσα στο πλήθος, όταν, ακριβώς πίσω μου, ακούστηκε μια απαλή, γνώριμη, γυναικεία φωνή.
- Εμένα περιμένετε κύριε;
Γύρισα μαγεμένος και την κοίταξα. Ήταν η Ελενίτσα…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΕΒΕΛΕΓΚΑΣ

ΙΟΝΙΑ ΟΔΟΣ - ΜΑΪΟΣ 2017